Friday, 9 January 2026

Όταν το «Χαμομηλάκι» συνάντησε τον Γιώργο Παπαδάκη...

 Προσωπική εμπειρία.   
    Κάποια χρόνια πριν, στην πλατεία μας, είδα το Γιώργο Παπαδάκη να πίνει καφέ δίπλα μας. Εντελώς αυθόρμητα, πήγα στο τραπέζι του και τον ρώτησα αν μπορώ να του πω κάτι, να τον πληροφορήσω για κάτι που μπορεί να τον ενδιαφέρει.
Με μεγάλη ευγένεια σηκώθηκε και μου τράβηξε την καρέκλα για να καθίσω κοντά του.
Είχα στο χέρι μου την καρτούλα που βλέπετε και του την έδωσα χωρίς να πω τίποτα. 
Μόλις την είδε είπε κατά λέξη:
-Και ποιος δεν ξέρει το "χαμομηλάκι", κυρία μου;
    Δεν με ρώτησε τίποτα. Ούτε ποια είμαι, ούτε τι είναι το "χαμομηλάκι". Κοιτούσε μόνο την καρτούλα φανερά συγκινημένος.
Σηκώθηκε όρθιος, μου έτεινε το χέρι και, προς μεγάλη μου έκπληξη και συγκίνηση, έσκυψε και μου φίλησε το χέρι.
    Έφυγα από το τραπέζι, το τραπέζι ενός ανθρώπου που ένιωσα την ειλικρίνεια και το ενδιαφέρον και στο πρόσωπό του και στη χροιά της φωνής του και στην στάση του.

Καλό Παράδεισο, Γιώργο...
Το Χαμομηλάκι

Monday, 5 January 2026

«Το Δίκαιο του Ισχυροτέρου»/Αισώπου μύθος: «Λιοντάρι λύκος και αλεπού»

-Κυρά αλεπού, ποιος σ’ έμαθε να μοιράζεις;
-Η συμφορά του λύκου.
«Λιοντάρι λύκος και αλεπού»
Λιοντάρι, Λύκος, κι Αλπού αντάμα, 

τα τρία βγήκαν να κυνηγήσουν. 
Με συμφωνία, πως ό,τι πιάκουν, 
να το μοιράσουν ανάμεσά τους.  
Πολύ και πλούσιο κυνήγι κάνουν, 
κι αφού σε μέρος τα αραδιάζουν, 
του Λύκου λέγει το Λεοντάρι 
σε τρία μέρη να τα χωρίσει. 
Εκείνος τότε, κι αν λαιμαργάει, 
σα φυσικό του, βαστιέται ωστόσο·  
κι από το φόβο του ανώτερού του, 
με δικιοσύνη τα διαμοιράζει. 
Ο βασιλέας των τετραπόδων 
με άγριο βλέμμα καταφρονώντας  
ισοτιμία, που δεν του πρέπει, 
μ’ οργή το Λύκο ευτύς ξεσκίζει· 
και της Πανούργης το βάρος δίνει, 
να κάμει εκείνη, καθώς ηξέρει. 
Σωρόν ομπρός του τ’ απανωτιάζει, 
κι αυτή κρατάει πολλά ολίγο. 
Ποιος σ’ έχει μάθει, της λέει, Κουμπάρα, 
με τόσο δίκιο να διαμοιράζεις; 
Σκυφτά εκείνη του απηλογήθη: 
του Λύκου, αφέντη, η δυστυχία.
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 22 December 2025

Η ιστορία του Κουραμπιέ

    Γλύκισμα που παρασκευάζεται από αλεύρι, βούτυρο, αμύγδαλα κατά περίπτωση και είναι πασπαλισμένο με άχνη ζάχαρης. Έλκει την καταγωγή του από την Περσία...
    Ο κουραμπιές είναι ένα γλύκισμα που υπάγεται στην κατηγορία του μπισκότου.
    Είναι ένα από τα γλυκά που χαρακτηρίζουν την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων στην Ελλάδα, ενώ σε πολλές περιοχές της χώρας προσφέρεται στους προσκεκλημένους αμέσως μετά τη βάπτιση ενός παιδιού.
    Ο κουραμπιές έλκει την καταγωγή του από την Περσία, όπου πρωτοεμφανίστηκε τον 7ο αιώνα, όταν η ζάχαρη διαδόθηκε στην περιοχή. Την πατρότητα του κουραμπιέ διεκδικεί και ο Λίβανος.
    Το γλύκισμα είναι διαδεδομένο στην Ελλάδα, την Τουρκία και τις Βαλκανικές χώρες. Ένα είδος κουραμπιέ με την ονομασία Πολβορόν (Polvorón) είναι διαδεδομένο στις ισπανόφωνες χώρες και το νότιο Τέξας.
    Η λέξη «κουραμπιές» προέρχεται από την αλβανική kurabie ή gurabie (τουρκικά kurabiye και αραβικά qurabiya).
    Στην καθομιλουμένη «κουραμπιέ» αποκαλούμε τον νωθρό, τον μαλθακό ή τον ανόητο άνθρωπο. Στη στρατιωτική αργκό, «κουραμπιές» είναι ο απόλεμος στρατιώτης, αυτό που δεν μετέχει σε επιχειρήσεις, αλλά είναι αποσπασμένος σε γραφείο.

© SanSimera.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 11 December 2025

Οι πιο Όμορφοι Άνθρωποι...

"Οι πιο όμορφοι άνθρωποι είναι αυτοί που πληγώθηκαν πολύ,
αλλά δεν έγιναν σαν αυτούς που τους πλήγωσαν."
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Wednesday, 10 December 2025

Η Ασπίδα του Αχιλλέα

Αποτελεί ένα αντιπολεμικό μήνυμα μέσα από την απεικόνιση της ζωής σε όλες τις εκφάνσεις της, όπου ο πόλεμος είναι μόνο ένα μικρό επεισόδιο.
    «Έφτασε η Θέτιδα στο χάλκινο πύργο του Hφαίστου, που υψώνεται ξεχωριστός πάνω στις αιθέριες κορφές του Ολύμπου. O ίδιος ο θεϊκός τεχνίτης τον έφτιαξε, κι έλαμπε ο πύργος σαν άστρο. Τέτοια ομορφιά.
    H Xάρη, η γυναίκα του Hφαίστου, καλοδέχτηκε τη Θέτιδα και της πρόσφερε επίσημο κάθισμα για ν’ αναπαυτεί. Έπειτα έκραξε τον άντρα της. Εκείνος παράτησε τα σύνεργα της δουλειάς, πλύθηκε κι έτρεξε κουτσαίνοντας. Έπιασε το χέρι της θεάς με σεβασμό και της μίλησε:
― Πολύ συχνά δε σε βλέπουμε, μα είσαι πάντα αγαπητή. Kαι δεν ξεχνώ πως σε σένα και στην καλή αδελφή σου την Ευρυνόμη χρωστώ τη ζωή μου, τότε που γκρεμίστηκα στα νερά του Ωκεανού κι εσείς με μαζέψατε με τόση καλοσύνη.

Και της θύμισε εκείνη την παλιά ιστορία.
― Ναι, ναι, είπε η Θέτιδα, το ξέρω πως μ’ αγαπάς και γι’ αυτό πήρα το θάρρος κι ήρθα να σου ζητήσω μια χάρη. Είναι για το μοναχογιό μου, που περνάει ώρες πικρές στ’ ακρογιάλι της Τροίας. Γιατί του σκοτώσανε τον ακριβότερο φίλο του· κι ο εχτρός του που τον σκότωσε φορεί τώρα του γιου μου τη λαμπρή αρματωσιά, που την είχε δανείσει στο σκοτωμένο. Άπραγος τώρα κάθεται και θρηνεί, που δεν μπορεί να πολεμήσει, να πάρει πίσω το δίκιο του. Προσπέφτω στα πόδια σου, αν θέλεις να χαρίσεις στο γιο μου μια καινούργια αρματωσιά. Άτυχο παιδί!

Συγκινήθηκε ο μάστορης:
― Γι’ αυτό νοιάζεσαι, Θέτη; Σου δίνω το λόγο μου πως τέτοια όπλα, σαν αυτά που θα φορέσει ο ακριβογιός σου άλλος δεν τα χάρηκε, ούτε θνητός, ούτε καν Θεός. Όποιος τα δει θα σαστίσει. Περίμενε...
Και τράβηξε, κουτσαίνοντας, για το εργαστήρι του. Ετοίμασε τα χωνιά και τα φυσερά του. Έβαλε στη φωτιά χρυσάφι, ασήμι, καλάι και χαλκό. Στύλωσε το αμόνι στο κούτσουρο. Πήρε τα σύνεργα στα χέρια του, σφυρί και μασιά. Και βάλθηκε να μαστορεύει.
    Την ασπίδα πρώτα:
Ήταν πελώρια, για ανάστημα θεϊκό. Πλουμισμένη παντού, με τριπλό στεφάνι αστραφτερό, ολόγυρα, και μ’ ασημένιο λουρί. Πεντάδιπλο πετσί είχε ο δίσκος της κάτω απ’ τη μετάλλινη λάμα.
    Και σκάλισε πάνω στην ασπίδα, ο θαυμαστός, και τί δε σκάλισε:
Έφτιαξε τη γη, τον ουρανό και τη θάλασσα. Τον ήλιο και τ’ ολόγιομο φεγγάρι. Τα ζώδια, τους αστερισμούς, τους γαλαξίες. Καθένα ξεχωριστά, την Πούλια, τα βροχάστερα, τον Κυνηγό, την Αρκούδα. Ένα θαύμα.
    Έφτιασε ακόμα δυο όμορφες πολιτείες.
Στη μια είχανε γάμους και ξεφαντώματα. Κι οι νυφάδες διαβαίνανε απ’ τους δρόμους της πολιτείας, ανάμεσα σε λαμπάδες και σε φωνές. Κι έπαιζαν όργανα, λαγούτα και φλογέρες, κι οι γλεντοκόποι χορεύανε. Κι οι γυναίκες στεκόντουσαν στα κατώφλια και κάνανε χάζι.
Στην άλλη πολιτεία γινόταν πόλεμος. Κι είχαν έρθει εχθροί να την κουρσέψουν. Κι ήτανε πολύς χαλασμός, και πέφτανε πλήθος οι σκοτωμένοι.
    Έφτιαξε, ακόμα, πλούσιο κάμπο, καρπερά χωράφια. Κι οι οργωτήδες δουλεύανε τη γη με τα προκομμένα ζευγάρια. Και τ’ αγόρια τούς κερνούσανε κρασί.
    Και παρακάτω, θεριστάδες που θερίζανε με τροχιστά δρεπάνια. Και παιδιά που κουβαλούσαν τα χερόβολα. Κι άλλοι που δέναν τα δεμάτια. Και παρέκει ο νοικοκύρης, κρατώντας το ραβδί, κοίταζε και χαιρότανε το βιος του.
    Και παρακάτω, αμπέλι φορτωμένο με σταφύλια σκάλισε (χρυσό το αμπέλι, τα σταφύλια μαύρα) και κάθε κλήμα στυλωμένο με ασημένιο πάσσαλο. Και νιες και νιοι χαρούμενοι κουβαλούσανε καρπό μες στα καλάθια. Κι άλλοι χορεύανε και τραγουδούσαν.
    Έφτιασε, ακόμα, κοπάδι βόδια που έτρεχαν κατά το ρέμα, να ξεδιψάσουνε. Ξοπίσω κατεβαίνανε τσοπάνηδες (χρυσοί), και παραπίσω τα σκυλιά τους.
Έφτιασε λιβάδια και πρόβατα που βόσκανε και μαντριά και καλύβες.
Κι έφτιασε χορούς παιδιών και κοριτσιών.
Και τί δεν έφτιασε...
Και κοντά στο γύρο της ασπίδας έφτιασε το μεγάλο ρεύμα του Ωκεανού να περικλείνει τα πάντα.

    Έπειτα ο Ήφαιστος έφτιασε το θώρακα, λαμπρότερο από της αυγής το φως.
Έπειτα του έφτιασε το κράνος, με λοφίο χρυσό. Κι από καθαρό καλάι τις κνημίδες.
Έτοιμα. Τα πήρε και τ’ ακούμπησε μπροστά στη Θέτιδα.
Εκείνη έκλινε το θεϊκό κεφάλι και χαμογέλασε, ευχαριστημένη. Έπειτα χύθηκε, σαν γεράκι, από τις χιονοσκέπαστες κορφές, κρατώντας τα θαυμαστά όπλα, που αχτιδοβολούσαν.»
    Περιγραφή των Ζωνών (από το κέντρο προς τα έξω)
Κέντρο:

Ουρανός, Γη, Ήλιος, Σελήνη, Αστερισμοί.
Πόλεις:
Μία πόλη με γάμο και δίκη, και μια άλλη υπό πολιορκία με μάχη και ενέδρα.
Αγροτικές Σκηνές:
Επανασπορά χωραφιού, θέρισμα, τρύγος σε αμπέλι, βοσκοί με πρόβατα.
Άγρια Ζώα:
Μια αγέλη ζώων με λιοντάρια να επιτίθενται σε ταύρο.
Χορός:
Άνδρες και γυναίκες που χορεύουν σε κύκλο.
Εξωτερική Ζώνη:
Ο μεγάλος ποταμός του Ωκεανού που περιβάλλει τα πάντα.
    Σημασία
Είναι ένα από τα πιο διάσημα αποσπάσματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που περιγράφει τη ζωή, τις αξίες, και τον πολιτισμό της εποχής.

Επηρέασε μεταγενέστερους ποιητές, όπως τον Βιργίλιο, και καλλιτέχνες ανά τους αιώνες.

Γιώργος Γεραλής. 1962. Ιλιάδα. Αθήνα: Κένταυρος.
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki